1,297 total views, 1 views today

Σεξουαλική κακοποίηση παιδιών | Γράφει η Χρυσή Γαμπιεράκη, Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας, Αναπτυξιακών Διαταραχών και Ειδικής Αγωγής

Ένα παιδί κινδυνεύει να πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης:

– Αν ζει σε ομάδες υψηλού κινδύνου, π.χ. σε οικογένειες με χρήστες ναρκωτικών, με εθισμό στον αλκοολισμό κ.α. – Αν ζει σε περιβάλλον παραμέλησης ή πολύ χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. – Αν δεν έχει ενημερωθεί και θωρακιστεί για τη σωματική και ψυχική του προστασία. – Αν έχει πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση. – Αν δεν έχει καλή σχέση με τους γονείς του, αν δηλαδή υπάρχει μεγάλο κενό στην επικοινωνία μεταξύ τους.

Δράστες μπορεί να είναι:

– Μέλη της ίδιας της οικογένειας του παιδιού (μητέρα, πατέρας, πατριός, μητριά, παππούς, γιαγιά, θείος/α, νονός/α ή και φίλοι της οικογένειας). – Φροντιστές ή κηδεμόνες. – Γνωστοί. – Άγνωστοι. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ό,τι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την τάση να οικειοποιεί κάποιον άγνωστο που έχει συναντήσει πάνω από 2 – 3 φορές, π.χ. κάπου τυχαία στη γειτονιά, αν ένα παιδί δει το γονέα του να χαιρετάει κάποιον γείτονα, από την 3η φορά κι έπειτα θα τον θεωρήσει «γνωστό» ενώ στην ουσία δεν είναι. – Άτομα σε θέσεις εξουσίας κι ισχύος, π.χ. δάσκαλοι, καθηγητές, προπονητές, αστυνομικοί, ιερείς κλπ.

Έρευνες έχουν καταδείξει ό,τι ο κακοποιητής ως επί το πλείστον είχε πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και τα θύματά του έχουν περίπου την ίδια ηλικία που είχε εκείνος όταν κακοποιήθηκε.

Τα παιδιά:

– Βιώνουν αισθήματα θλίψης, αμηχανίας κι ενοχής όπως κι αισθήματα υπευθυνότητας γι’αυτό που τους συμβαίνει. – Αντιμετωπίζουν την κατάσταση ως ένα «ένοχο οικογενειακό ή προσωπικό μυστικό» κι αυτό συμβαίνει γιατί στην ελληνική οικογένεια είναι σχεδόν ανύπαρκτη η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών, οπότε οτιδήποτε γύρω από το σεξ, το εκλαμβάνουν ως ταμπού, ως κάτι που είναι απαγορευτικό και κανείς δεν επιτρέπεται να μιλάει γι’αυτό. – Έχουν ξαφνική και χωρίς εμφανή αίτια, αλλαγή στη συμπεριφορά, στη διάθεση, στην όρεξη, στον ύπνο όπου μπορεί να βλέπουν εφιάλτες ή μπορεί ν’αλλάξουν διάθεση ως προς ένα συγκεκριμένο άτομο, όπου είτε το θέλουν πολύ, είτε το αποστρέφονται. – Μπορεί να έχουν αλλαγές στα οικονομικά τους και τα προσωπικά τους αντικείμενα, π.χ. να έχουν καινούργια κινητά, υπολογιστές κ.α. – Μπορεί να φοβούνται μέρη ή πρόσωπα και να εμφανίζουν δυσκολία όταν περπατούν ή όταν πάνε να καθίσουν. – Ακόμη κι αν αντιληφθούν τον κίνδυνο σπάνια ζητούν βοήθεια. – Μαθαίνουν δυστυχώς να μην αισθάνονται.

Στα παιδιά λέμε:

– «Δεν έχει κανείς το δικαίωμα να σε αγγίζει στα γεννητικά σου όργανα ή στις περιοχές που φοράμε εσώρουχα». Προσοχή! Δε λέμε: «Μην αφήσεις κανέναν να σε αγγίξει» γιατί το παιδί μπερδεύεται κι αν συμβεί κάτι τέτοιο θα θεωρήσει ό,τι είναι δικό του λάθος, που άφησε κάποιον να τον αγγίξει, αλλά ό,τι «δεν έχει κανείς το δικαίωμα να σε αγγίζει» παρά μόνο ο γιατρός αν χρειασθεί και με την παρουσία της μητέρας ή του πατέρα.

– «Δεν υπάρχουν «μυστικά» από τη μαμά, τον μπαμπά ή το δάσκαλο. Όταν ένα «μυστικό» με κάνει να ντρέπομαι, να φοβάμαι, να νιώθω άσχημα και να μη μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια, τότε πρέπει να το συζητήσω, να το πω».

– «Οι φίλοι δεν κάνουν ένα παιδί να κλαίει, να ντρέπεται ή να φοβάται και να ψάχνει διαρκώς τρόπους για να το κάνουν παρέα. Οι φίλοι κι η παρέα πρέπει να εμπνέει εμπιστοσύνη κι ασφάλεια».

Οι γονείς:

– Δε μιλούν μόνο για τον «κακό άγνωστο» γιατί το παιδί μπορεί να θεωρήσει ό,τι μόνο από τους αγνώστους κινδυνεύει, ενώ ο κακοποιητής μπορεί να βρίσκεται μέσα στο ίδιο του το σπίτι.

– Μιλούν στα παιδιά για το σώμα, για τα καλά και τα κακά αγγίγματα και τα διαπαιδαγωγούν πάνω στο φύλο τους, την υγιεινή και τη σεξουαλικότητα γενικότερα, με απλά λογάκια, ώστε τα παιδιά να εξοικειώνονται και να μπορούν να μιλούν άνετα γι’αυτό, να μη το θεωρούν δηλαδή «ταμπού» ή κάτι που δεν επιτρέπεται να μιλάει γι’αυτό. Μιλώντας για σεξουαλική αγωγή, εννοούμε μία ολοκληρωμένη αναφορά σ’ότι σχετίζεται με το ανθρώπινο σώμα, τη λειτουργία του, την ηθική, την υγιεινή κλπ.

– Μιλούν γενικότερα με τα παιδιά τους και χτίζουν γέφυρες ουσιαστικής επικοινωνίας. Η σχέση του γονέα με το παιδί του δεν πρέπει να εξαντλείται στις διαδρομές από και προς το σχολείο, τις δραστηριότητες και τη μελέτη. Ο γονέας μιλάει ειλικρινά στο παιδί για τις δικές του καθημερινές εμπειρίες κι ακούει με προσοχή αυτά που του λέει το παιδί του, χωρίς να το κρίνει ή να έχει το ρόλο του ντετέκτιβ και να ρωτά όλο και περισσότερα, αφουγκράζεται απλώς τα συναισθήματα του παιδιού του, του δείχνει ό,τι το ακούει με προσοχή.

– Μαθαίνουν στο παιδί τους το ονοματεπώνυμό του, τη διεύθυνσή του και γενικότερα κάποιους βασικούς κανόνες προστασίας, του τύπου: Δεν εμπιστεύομαι τους ξένους, απευθύνομαι για βοήθεια σε πολλούς κι όχι σ’έναν, δεν ακολουθώ κάποιον στο αυτοκίνητό του, καλώ το 100, δε δέχομαι δώρα από αγνώστους (υπάρχουν στο εμπόριο πολλά σχετικά παραμύθια, επίσης, πολύ βοηθητικό είναι το λεκτικό παιχνίδι καταστάσεων «Τι θα έκανες αν;» αν κάποιος σε τραβούσε βίαια, αν κάποιος άγνωστος σε κερνούσε ένα γλυκό κ.α. όπου τα παιδιά μαθαίνουν μέσω αυτού του παιχνιδιού πως ν’αντιδρούν στις εκάστοτε καταστάσεις, στο Youtube «Το μυστικό της Νίκης») κ.α.

– Δεν έχουν σε εμφανή θέση ταμπελίτσα με τ’ όνομά τους, π.χ. στη τσάντα τους, γιατί κάποιος μπορεί να το δει και να προσποιηθεί ό,τι είναι γνωστός των γονέων του.

Γενικότερα οι γονείς πρέπει να δίνουν έμφαση στην πρόληψη και την προστασία των παιδιών.

Οι ενήλικες που έζησαν στην παιδική τους ηλικία σεξουαλική κακοποίηση ή εκμετάλλευση μπορεί:

1. Να εθιστούν στα ναρκωτικά και το αλκοόλ. 2. Να δυσκολεύονται στις διαπροσωπικές σχέσεις τους βιώνοντας διαμάχες και συγκρούσεις. 3. Να παρουσιάζουν προβλήματα στις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις τους. 4. Να παρουσιάζουν διπλάσιες πιθανότητες για ν’αποπειραθούν ν’αυτοκτονήσουν. 5. Να έχουν 40 % περισσότερες πιθανότητες να δημιουργήσουν σχέση ή να παντρευτούν άτομα με εθισμό στον αλκοολισμό. 6. Να έχουν προβλήματα με την υγεία τους. Τα παιδιά που υπέστησαν συνουσία έχουν λίγο μεγαλύτερο κίνδυνο για προβλήματα υγείας σε σύγκριση με παιδιά που είχαν υποστεί παρενόχληση με τη μορφή ανεπίτρεπτων χαδιών. 7. Οι ενήλικες που έζησαν στην παιδική τους ηλικία σεξουαλική εκμετάλλευση ή κακοποίηση χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη για να επουλώσουν τις πληγές τους. 8. Στην ουσία οι ενήλικες αυτοί είναι «ήρωες της ζωής» αφού έχουν καταφέρει να επιβιώσουν μέσα από τέτοιες πολύ δύσκολες καταστάσεις. Το παιδί που έχει κακοποιηθεί, με την κατάλληλη βοήθεια θα μπορέσει να έχει μία καλή ψυχικά ισορροπημένη ζωή γιατρεύοντας τις πληγές του.

Εν κατακλείδι…

Η σεξουαλική κακοποίηση αποτελεί ένα παγκόσμιο πρόβλημα που τραυματίζει έντονα τα θύματά του για όλη τους τη ζωή. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στο ό,τι τα παιδιά δε θα μιλήσουν για την κακοποίησή τους κι ό,τι χρειάζεται βοήθεια από εξειδικευμένα άτομα. Στην Ελλάδα το 2012 μέσω της Εθνικής Τηλεφωνικής Γραμμής για τα παιδιά καταγράφηκαν 837 παιδιά σε κατάσταση κινδύνου. Ο νόμος υπ’αριθμ. 3500/2006 αφορά τη σεξουαλική παρενόχληση κι αναφέρει ό,τι δε χρειάζεται μάρτυρας για την καταγγελία.

Το μόνο που πραγματικά μπορεί να σώσει το παιδί από έναν τέτοιο κίνδυνο είναι η ίδια η καταγγελία του περιστατικού είτε στην Αστυνομία είτε στην Εθνική Τηλεφωνική Γραμμή για τα παιδιά SOS 1056 από το Χαμόγελο του Παιδιού. Η χώρα μας δυστυχώς δεν καταγράφει στατιστικές ως προς την κακοποίηση κι έτσι δε γνωρίζουμε αριθμό παιδιών. Ας ευχηθούμε τα παιδιά να μην πέφτουν θύματα τέτοιων καταστάσεων και να απολαμβάνουν την ανέμελη, γλυκιά και ξέγνοιαστη παιδική ηλικία όπως ακριβώς τους αξίζει.

Η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, δε μπορεί να θεωρηθεί «ασθένεια», καθώς αν ήταν όντως ασθένεια, ο κακοποιητής θα νοσηλευόταν σε κάποια ψυχιατρική κλινική για ορισμένα χρόνια και θα θεραπευόταν. Η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών είναι διαστροφή και πρέπει να τιμωρείται με τον αυστηρότερο τρόπο κι η πολιτεία οφείλει να σταθεί στο πλευρό των παιδιών και να λειτουργήσει προστατευτικά με ενημερωτικά προγράμματα κι όχι μόνο.

Χρυσή Γαμπιεράκη

Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας, Αναπτυξιακών Διαταραχών και Ειδικής Αγωγής

Εκτύπωση