871 total views, 1 views today

Όσα πρέπει να γνωρίζουμε για τη σπουδαιότητα της έγκαιρης ανίχνευσης και παρέμβασης στις αναπτυξιακές διαταραχές λόγου | Γράφει η Χρυσή Γαμπιεράκη, Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας, Αναπτυξιακών Διαταραχών και Ειδικής Αγωγής

unsplash.com/@the_alp_photography

Η σπουδαιότητα της έγκαιρης ανίχνευσης και παρέμβασης στις αναπτυξιακές διαταραχές λόγου.

Τα οφέλη της έγκαιρης ανίχνευσης και παρέμβασης στις αναπτυξιακές διαταραχές λόγου είναι σπουδαίας σημασίας για το παιδί αλλά και την οικογένειά του. Αρχικά μπορεί να εξασφαλίσει ότι δεν υπάρχει έλλειμμα σε κάποιο άλλο αναπτυξιακό στάδιο, ή αντίθετα να επιτρέψει την πρόσβαση του παιδιού σε άλλα ειδικά εκπαιδευτικά πλαίσια. Γίνεται σωστή ερμηνεία της εκάστοτε αντίδρασης και συμπεριφοράς του παιδιού, με αποτέλεσμα το παιδί να χρήζει σωστής ψυχοπαιδαγωγικής αντιμετώπισης από την ομάδα που το περιβάλλει, αλλά και από το οικογενειακό περιβάλλον, που γνωρίζει πλέον το σωστό τρόπο με τον οποίο πρέπει να συμπεριφέρεται στο παιδί του, ώστε να το βοηθήσει να αισθάνεται ασφαλές και ήρεμο ως προς αυτό που του συμβαίνει ή αυτό που πρέπει να δουλέψει και ν’ αντιμετωπίσει. (Speake, 2005).

Πιο συγκεκριμένα, ως προς το θεραπευτή, με την έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση, του δίνεται η δυνατότητα να εντοπίσει την όποια δυσκολία και να εμπλέξει τη διεπιστημονική ομάδα, η οποία και θα σχεδιάσει ένα εξατομικευμένο πλάνο παρέμβασης για το παιδί, βασισμένο στις πραγματικές του ανάγκες. Επίσης ο θεραπευτής μπορεί να επανεξετάζει τους στόχους του, κάνοντας τη δική του αξιολόγηση για το τι πηγαίνει καλά και τι δεν προχωράει στην παρέμβαση και να παρακολουθεί έτσι, ή να επανασχεδιάζει το πρόγραμμα του παιδιού με στόχο την ουσιαστική του πρόοδο. Επιπλέον, στηρίζει και συμβουλεύει την οικογένεια του παιδιού, ώστε να αντιμετωπίζει με θετική σκέψη την όποια δυσκολία του παιδιού αλλά και τους εμψυχώνει κατά κάποιο τρόπο, ώστε να το βοηθούν στο σπίτι με ορθές μεθόδους, για να γενικεύει τις γνώσεις που αυτό κατακτά με το θεραπευτή του.

Ερευνητικά δεδομένα, έχουν καταδείξει ότι παιδιά που αντιμετώπισαν δυσκολίες φωνολογικής ενημερότητας, εμφάνισαν και δυσκολίες και στην κατάκτηση της ανάγνωσης και της γραφής. Πολλά από τα παιδιά που παραπέμπονται σε παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες, για προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο, ή για συναισθηματικές δυσκολίες, παρουσιάζουν προβλήματα λόγου που δεν ανιχνεύθηκαν. Παιδιά με διαταραχές λόγου στην προσχολική ηλικία, είναι πιθανό λοιπόν, να εμφανίσουν μαθησιακές δυσκολίες στη σχολική ηλικία. Το ανησυχητικό όμως, είναι πως αυτά τα παιδιά αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου για συναισθηματικές δυσκολίες και διαταραχές στη συμπεριφορά, γι’ αυτό και το ιδανικό είναι να γίνεται λογοθεραπευτική παρέμβαση. Με τη λογοθεραπεία, αποκαθίσταται η σοβαρότητα της διαταραχής, ενισχύεται η σχολική ετοιμότητα, αυξάνεται η σχολική επίδοση και η αυτοπεποίθηση του παιδιού σε προσωπικό πλαίσιο.

Η έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση, λοιπόν, είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς σχετίζεται άμεσα με την ψυχοκοινωνική εξέλιξη του παιδιού. (Παπαγεωργίου, 2005). Παιδιά με μέσο όρο ηλικίας 6 ετών, μετά από μέσο όρο λογοθεραπευτικής παρέμβασης 1 χρόνο, παρουσίασαν : 47% βελτίωση της συμπεριφοράς στο παιχνίδι και 63% αύξηση επικοινωνίας, κοινωνικότητας και κοινωνικής συμπεριφοράς. (Λεύθερη και Καμούση, 2000).

Είδη και μέθοδοι αξιολόγησης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη συλλογή δεδομένων στις αναπτυξιακές διαταραχές λόγου.

Στις αναπτυξιακές διαταραχές λόγου μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το θεραπευτή, οι εξής μέθοδοι αξιολόγησης και συλλογής δεδομένων για το παιδί: η Άτυπη (ποιοτική – μη σταθμισμένη) και η Αντικειμενική Αξιολόγηση (σταθμισμένη). (Lees,1993)

Στην άτυπη – μη σταθμισμένη αξιολόγηση, τα ευρήματα δεν αποτελούν αντικειμενο σύγκρισης με τα δεδομένα του τυπικού πληθυσμού, απλώς γίνεται περιγραφή της γλωσσικής ανάπτυξης του παιδιού, εντοπίζονται αποκλίσεις που πιθανόν υπάρχουν από την τυπική γλωσσική ανάπτυξη και καταγράφονται δεξιότητες που έχουν ή δεν έχουν κατακτηθεί. Η Άτυπη αξιολόγηση, βασίζεται κυρίως σε κλινική παρατήρηση, συζήτηση, λήψη και ανάλυση γλωσσικού δείγματος και στην αλληλεπίδραση παιδιού- θεραπευτή. (Gillam and Hoffman, 2001).

Πιο αναλυτικά, στην άτυπη αξιολόγηση, ελέγχεται η κατανόηση, δηλαδή αν το παιδί μπορεί να απαντήσει σε ερωτήσεις, αν εκτελεί εντολές, αν υποδεικνύει ουσιαστικά και ενέργειες, έννοιες κ.λ.π.. Ελέγχεται επίσης στην έκφραση, για παράδειγμα με μαγνητοφώνηση κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού στη συνεδρία, όπου καταγράφονται αναλυτικά οι φωνολογικές δυσκολίες, οι δυσκολίες λεξιλογίου, τα μορφολογικά χαρακτηριστικά, η σύνταξη ή υπολογίζεται το MLU( Mean Length of Utterance, (Brown, 1973), δηλαδή το μέσο μήκος εκφωνήματος. Το MLU είναι με άλλα λόγια, το στάδιο ανάπτυξης της μορφολογίας του λόγου.

Η άτυπη αξιολόγηση, για να οδηγηθεί σε ασφαλή συμπεράσματα, πρέπει αρχικά να υπάρχει η ικανότητα αναγνώρισης μοτίβων από το θεραπευτή λόγου, που αυτό σημαίνει τη δυνατότητα του επαγγελματία με πολυετή εμπειρία, να αναγνωρίζει συγκεκριμένα δεδομένα που χαρακτηρίζουν την εκάστοτε δυσκολία λόγου, τα ενδεικτικά με άλλα λόγια της εκάστοτε διαταραχής. Έπειτα, είναι πολύ σημαντικό ο θεραπευτής να δουλέυει με το λεγόμενο δέντρο αποφάσεων, το διάγραμμα με τις διακλαδώσεις που απαντά σε διάφορες ερωτήσεις με ναι ή όχι, που αφορούν το παιδί. Ο θεραπευτής πρέπει να εξαιρεί μία-μία, όλες τις πιθανές διαταραχές, ώστε να καταλήξει στην επικρατούσα με ασφάλεια.

Η αντικειμενική αξιολόγηση, περιλαμβάνει από την άλλη πλευρά, σταθμισμένα τεστ που επιτρέπουν τη σύγκριση των αποτελεσμάτων του τεστ ενός παιδιού με τα δεδομένα από τον τυπικό πληθυσμό. (Lees,1993 ). Υπάρχει αριθμητικό σκορ, που συγκρίνεται με το μέσο όρο των σκορ που πέτυχαν τα παιδιά της ίδιας ηλικίας και υποβάθρου. Στα σταθμισμένα τεστ υπάρχουν τα screening tests, όπου αποτελούν μία συνοπτική αξιολόγηση της διαταραχής, αν υπάρχει, τα specific function tests, τα οποία διερευνούν συγκεκριμένους τομείς της γλώσσας, όπως για παράδειγμα, τη φωνολογία ή τη μορφολογία , κ. α. και τέλος τα norm- referenced, τα οποία συγκρίνουν τα αποτελέσματα του τεστ με το μέσο όρο του τυπικού πληθυσμού.

Η αντικειμενική αξιολόγηση, για να οδηγηθεί σε ασφαλή συμπεράσματα, πρέπει να είναι αξιόπιστη, έγκυρη και σαφώς να έχει σταθμιστεί.

Χρυσή Γαμπιεράκη
Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας, Αναπτυξιακών Διαταραχών και Ειδικής Αγωγής
Εκτύπωση