807 total views, 5 views today

Η Γλωσσική Κατάκτηση από το Άλφα ως το Ωμέγα | Γράφει η Χρυσή Γαμπιεράκη, Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας, Αναπτυξιακών Διαταραχών και Ειδικής Αγωγής

unsplash.com/@nurpalah_dee

Κυριότερες Θεωρίες Γλωσσικής Κατάκτησης

Οι μέχρι σήμερα μελέτες που εχουν πραγματοποιηθεί για την ανάπτυξη και την εξέλιξη του λόγου και της ομιλίας, καθώς και τα ερευνητικά δεδομένα που αναφέρονται στις διάφορες διαταραχές του λόγου, έχουν διαπιστώσει ότι η γλωσσική ανάπτυξη και εξέλιξη, δεν είναι αποτέλεσμα μόνο βιογενετικών καταβολών, αλλά και κοινωνικοπολιτιστικών προϋποθέσεων. Καμία μεμονωμένη θεωρία δεν κατάφερε να εξηγήσει επαρκώς τη Γλωσσική Κατάκτηση, αλλά ο συνδυασμός αυτών μπορεί να αποδώσει μια πιο σφαιρική γνώση για τη διαδικασία της Γλωσσικής Κατάκτησης στον άνθρωπο, δηλαδή η Γλωσσική Κατάκτηση επιτυχγάνεται με τα βιολογικά δεδομένα που υπάρχουν αλλά και με τη βοήθεια των γνωστικών δεξιοτήτων.

Πιο συγκεκριμένα, οι σημαντικότερες θεωρίες της Γλωσσικής Κατάκτησης είναι οι εξής: 1) Η Συμπεριφορική Θεωρία, 2) Η Γενετική Θεωρία, 3) Η Γνωστική Θεωρία και 4) Η Πραγματολογική Θεωρία.

1) Η Συμπεριφορική Θεωρία με κύριο υποστηρικτή το Skinner (1957),

υποστήριξε ότι η Γλωσσική Κατάκτηση είναι αποτέλεσμα της Θεωρίας της Συμπεριφορικής Μάθησης, ότι δηλαδή τα βρέφη μιμούνται στην ουσία τα γλωσσικά ερεθίσματα και ότι ενισχύονται θετικά από τους ενήλικες στο σωστό ή αποδοκιμάζονται στο λάθος, μαθαίνοντας έτσι μέσω της μίμησης και της εξάσκησης τη μητρική τους γλώσσα. Η παραπάνω θεωρία αναφέρεται όμως μόνο στη συμπεριφορά και καθόλου στη νόηση, βασίζεται μονάχα στην απομνημόνευση και δεν εξηγεί γραμματικά λάθη υπεργενίκευσης κανόνων.

2) Η Γενετική Θεωρία μεταβαίνει από το συμπεριφορισμό του Skinner,

στο νοησιαρχισμό με κύριο υποστηρικτή τον Chomsky (1959) και τη Θεωρία του περί Καθολικής Γραμματικής. Σύμφωνα με τον Chomsky, η Γλωσσική Κατάκτηση βασίζεται σε αρχές και περιορισμούς που ισχύουν καθολικά για όλες τις γλώσσες και όχι σε συγκεκριμένους κανόνες μιας γλώσσας. Επίσης, υποκινείται από εσωτερικές διεργασίες, δηλαδή από νοητικούς μηχανισμούς, όπως νοημοσύνη, μνήμη, κ. α. Ένα σημαντικό τμήμα της γλωσσικής ικανότητας είναι βιολογικά προκαθορισμένο, καθώς ο άνθρωπος γεννιέται με έναν έμφυτο γλωσσικό μηχανισμό, τον Μηχανισμό Γλωσσικής Απόκτησης, ο οποίος με βάση τα γλωσσικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος καθιστά εφικτή την κατάκτηση της γραμματικής της μητρικής γλώσσας σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η Γενετική Θεωρία άφησε εκτός τους παράγοντες εκείνους που σχετίζονται με την πραγματολογία, την ψυχολογία και τα κοινωνικά δεδομένα, καθώς επίσης έκανε περιορισμένη ερμηνεία για τη δυνατότητα κατάκτησης άλλων γλωσσών.

3) Η Γνωστική Θεωρία,

ένωσε στοιχεία συμπεριφορισμού και νοησιαρχισμού και με κύριο εκπρόσωπο τον Piaget (1970), υποστήριξε ότι η γλώσσα κατακτάται ως αποτέλεσμα διαφόρων εσωτερικών γνωστικών διεργασιών που βασίζεται στον Μηχανισμό Γνωστικής Ανάπτυξης, σε έναν έμφυτο μηχανισμό που διαθέτει ο άνθρωπος που αφορά σε όλες τις ανθρώπινες δεξιότητες.

Η Γνωστική Θεωρία δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το μηχανισμό της γλωσσικής κατάκτησης και γενικότερα για όλα τα φαινόμενα της γλωσσικής κατάκτησης, καθώς επίσης αγνόησε το ρόλο του περιβάλλοντος.

4) Η Πραγματολογική Θεωρία,

εισήγαγε την έννοια του κοινωνικού πλαισίου και της επικοινωνιακής πρόθεσης, Bruner (1974,1975). Η θεωρία αυτή υποστήριξε ότι τα παιδιά αναπτύσσουν τη γλώσσα, ακολουθώντας την αρχή της κοινωνικοποίησης και της κατεύθυνσης της συμπεριφοράς του άλλου. Η γλώσσα δηλαδή αποκτάται ως μέσο και κατακτάται εφόσον το παιδί έχει λόγο να μιλήσει. (Mc Lean και Snyder – Mc Lean, (1978).

Η Πραγματολογική Θεωρία μελέτησε τη γλώσσα από τη σκοπιά του παιδιού ως κοινωνικό γεγονός και επέτρεψε τη σύζευξη γλωσσολογικών- γνωστικών – κοινωνικών μελετών, αλλά δεν εξήγησε επαρκώς τη γλωσσική κατάκτηση.

Υπόθεση της Κρίσιμης Περιόδου

Σύμφωνα με την υπόθεση της κρίσιμης περιόδου, ένα παιδί πρέπει να εκτεθεί στα διάφορα γλωσσικά ερεθίσματα από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, για να καταστεί ικανό να αναπτύξει το λόγο του και να επικοινωνήσει με τους γλωσσικούς κώδικες. Στις περιπτώσεις όπου το παιδί στερείται των γλωσσικών ερεθισμάτων, δυσκολεύεται να αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο και πλήρες επικοινωνιακό γλωσσικό σύστημα και να έρθει σ επαφή και ουσιαστική επικοινωνία με τους συνανθρώπους του. Η κατάκτηση της γλώσσας συνεπώς, επιτυγχάνεται σε μία αυστηρά συγκεκριμένη περίοδο που περιλαμβάνει τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός ανθρώπου και συγκεκριμένα από 2 – 5 ετών. Lenneberg, (1967)

Πιο συγκεκριμένα, ο οργανισμός του ανθρώπου αναπτύσσεται και είναι έτοιμος να κατακτήσει τη γλώσσα σε μικρή ηλικία όπου η εξειδίκευση των εγκεφαλικών ημισφαιρίων και η πλευρίωση λαμβάνει χώρα. Σύμφωνα με αυτή την κρίσιμη περίοδο, το παιδί πρέπει να εκτεθεί στα γλωσσικά ερεθίσματα, αν αυτό δε συμβεί, η γλωσσική του ανάπτυξη θα ακολουθήσει αργούς ρυθμούς, στερώντας του την ευτυχία και τη χαρά της επικοινωνίας με τους συνομηλίκους αλλά και τους ενήλικες καθιστώντας έτσι την γλωσσική του κατάκτηση ανολοκλήρωτη.

«Η υπόθεση της κρίσιμης περιόδου δεν αναφέρεται μόνο στον άνθρωπο, αλλά και στα ζώα, όπως παραδείγματος χάρη στα ωδικά πτηνά όπου αν για κάποιο λόγο αποχωριστούν τη μητρική τους φιγούρα στην αρχή της ζωής τους δυσκολεύονται και να μάθουν να κελαηδούν αλλά και να πετούν».
Η κρίσιμη περίοδος επίσης δε λαμβάνει χώρα μόνο στο κομμάτι του λόγου αλλά σε όλα τα αναπτυξιακά στάδια του ανθρώπου.

Για παράδειγμα, η ηλικία 6 – 9 μηνών, αποτελεί την κρίσιμη περίοδο για να αναπτυχθεί ο δεσμός προσκόλλησης βρέφους και μητέρας. Αν σε αυτή την κρίσιμη περίοδο που το βρέφος έχει την ανάγκη να προσκολληθεί στη μητέρα του, εκείνη είναι απούσα, τότε το παιδί αναπτύσσει φοβίες καθώς δεν έχει αισθανθεί τη σιγουριά και την ασφάλεια που προκύπτει από το χάδι της μητέρας και αναπτύσσει κατ΄επέκταση δυσκολία στο χτίσιμο των σχέσεων και με τους συνομηλίκους του (δυσκολίες επικοινωνίας, μοναχικό παιχνίδι, κ.α.)

Εν κατακλείδι, όσο πιο πολύ απομακρύνεται κάποιος από τις κρίσιμες περιόδους, τόσο πιο δύσκολη είναι και η ανάπτυξη του παιδιού, γι’ αυτό και όταν ένα παιδί ηλικιακά δεν έχει κατακτήσει τα ορόσημα στο λόγο, την κίνηση, ή και την επικοινωνία, δεν απαιτείται απλώς, αλλά επιβάλλεται αυστηρώς να βοηθηθεί με θεραπεία λόγου ή έργου, ώστε να προλάβει το παιδί να ενστερνιστεί και να κάνει κτήμα του τα διάφορα ερεθίσματα για να έχει μία όμορφη και επικοινωνιακή σχέση με τους συνανθρώπους του, όπως άλλωστε αξίζει στην κάθε ανθρώπινη ύπαρξη που έρχεται στη ζωή και όχι μία μοναχική και πλημμυρισμένη από άγχος, φοβίες και αρνητικά συναισθήματα ζωή.

Η απάντηση λοιπόν στους γονείς που υποστηρίζουν πεποιθήσεις του στυλ: «και τι πειράζει που το παιδί μου δεν μιλάει καθαρά; σιγά!θα τα πει.. κάποια στιγμή θα τα πει όλα… ε… το πολύ πολύ να χάσει και μια χρονιά…» κ. α., είναι ότι σαφώς και το παιδί δεν «θα τα πει», αν οι γονείς αδιαφορήσουν και περάσει ανεπιστρεπτί η περίοδος της κρίσιμης ηλικίας. Για το παιδί ξεκινάει ένας άδικος αγώνας δρόμου, γεμάτος με δυσκολίες και εμπόδια, ένας αγώνας δρόμου με βαρύ φορτίο στις πλάτες του, όπου αντί να έχει βοηθό και υποστηρικτή το γονιό του, τον έχει απέναντι του ως εμπόδιο.

Διεργασίες που λαμβάνουν χώρα σε ομιλητές μιας γλώσσας αλλά και σε πολύγλωσσους ομιλητές.

Η γλώσσα λοιπόν αποτελεί την πιο σύνθετη ανθρώπινη επίδοση και αντιδιαστέλλει τον άνθρωπο από τα άλλα έμβια όντα.

Κατά τον Piaget ένα παιδί τυπικής ανάπτυξης, χρειάζεται περίπου 18 μήνες να «ανακαλύψει» τη γλώσσα. Αυτό το διάστημα το ονομάζει «αισθητηριοκινητική περίοδο». Η φάση που ακολουθεί για την κατάκτηση και ολοκλήρωση της γλώσσας, χρειάζεται κατά τους Palermo – Molfese (1978) το λιγότερο 14 χρόνια ακόμη.

Οι γλωσσικές επιδόσεις της αισθητηριοκινητικής περιόδου, αναφέρονται στη σχέση του ατόμου με τα πράγματα και τις καταστάσεις, ενώ στα μεταγενέστερα στάδια ολοκληρώνονται οι έννοιες και η γλωσσική εξέλιξη, δηλαδή αναπτύσσεται η προεννοιολογική και η προσυλλογιστική, συγκεκριμένης και αφαιρετικής σκέψης.

Η αντίληψη είναι επίσης η ανταπόκριση του ατόμου, στα προκαλούμενα ερεθίσματα από τα αισθητήρια όργανα αλλά και οι ενέργειες από τις ακουστικές, οπτικές, απτικές και άλλες δυνατότητες, που οργανώνουν όλες τις πληροφορίες και η γνωστική δυνατότητα με την κριτική σκέψη προσδίδει στα ερεθίσματα το αντίστοιχο νόημα. Εκφράζεται δηλαδή ο άνθρωπος, είτε προφορικώς, είτε γραπτώς με τις σωστές λέξεις, έννοιες κ.λ.π.

Η μητρική γλώσσα αποτελεί κατά κανόνα την πρώτη γλώσσα που μαθαίνει κανείς να επικοινωνεί με το περιβάλλον του.

Με την εκμάθηση της μητρικής, το άτομο οικειοποιείται χειρονομίες, εκφράσεις, τονισμό και ρυθμό της ομιλίας, κινήσεις σώματος και πολλά άλλα ακόμα. Αυτό κατά συνέπεια, σημαίνει ότι η μητρική γλώσσα κάθε άλλο ,παρά εμπόδιο , είναι ως προς την απόκτηση ή την εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας. Η εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας αποτελεί μια σπουδαία ευκαιρία για τη ζωή του ατόμου. Η διγλωσσία ενισχύει τη διαδικασία μάθησης γενικότερα και βοηθάει τη σκέψη να είναι περισσότερο ευέλικτη. Επίσης ανοίγει τους ορίζοντες ενός ανθρώπου και αναπτύσσεται ο σεβασμός απέναντι στις διαφορετικές κουλτούρες και τους πολιτισμούς.

Όταν το άτομο κατέχει σε τέτοιο βαθμό και τις δύο γλώσσες, ώστε η καθεμία να είναι διαθέσιμη και λειτουργική στους διάφορους τομείς της ζωής του, τότε γίνεται λόγος για μία «ισορροπημένη διγλωσσία».

Η κατάκτηση της γλώσσας διευκολύνεται στην παιδική ηλικία και μάλιστα δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την ύπαρξη κρίσιμης περιόδου για την απόκτηση δεύτερης γλώσσας. Η γλώσσα κατακτάται πιο δύσκολα καθώς μεγαλώνει το παιδί και ωριμάζει ο εγκέφαλός του, κάτι που αποδεικνύει ότι το παιδί μαθαίνει ευκολότερα μια δεύτερη ξένη γλώσσα από ότι ένας ενήλικας.

Η διγλωσσία μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως σύνθετη, είτε ως συντονισμένη, είτε ως υπαγόμενη. Πιο αναλυτικά, στη σύνθετη διγλωσσία, δόθηκε ίση σημασία και στις δύο γλώσσες κατά την παιδική ηλικία. Στη συντονισμένη διγλωσσία, οι δύο γλώσσες ήταν διαχωρισμένες και στη δεύτερη δεν δόθηκε ίση σημασία με αυτή της πρώτης γλώσσας. Στην υπαγόμενη διγλωσσία, η δεύτερη γλώσσα διδάχθηκε αρκετό καιρό μετά την κατάκτηση της πρώτης γλώσσας και είναι υποδεέστερη.

Στη διγλωσσία λαμβάνουν χώρα οι εξής γνωστικοί μηχανισμοί: η δηλωτική μνήμη, που αφορά στο ονόματα, τους τόπους, τα γεγονότα και γίνεται γρήγορη και συνειδητή ανάκληση, και η διαδικαστική μνήμη, που περιλαμβάνει μη συνειδητές ικανότητες για την εκμάθηση των δεξιοτήτων, γίνεται δηλαδή σταδιακή μάθηση. Επίσης, το άτομο με διγλωσσία, διαθέτει ξεχωριστά λεξικά για κάθε γλώσσα που έχει μάθει. Η σύνδεση των ξεχωριστών λεξικών, γίνεται στο σημασιολογικό επίπεδο.

 

Χρυσή Γαμπιεράκη

Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας, Αναπτυξιακών Διαταραχών και Ειδικής Αγωγής

Εκτύπωση