119 total views, 1 views today

Διαπρύσιος | «Θα αντέξεις αν μια μέρα ο γιος σου σε κατηγορήσει ότι του πετσόκοψες τα φτερά;» του Δημήτρη Καλανδράνη

Η μηχανή

Θυμάμαι να με καίει ο ήλιος μέρα μεσημέρι όταν σταμάτησα την μηχανή πάνω στον πεζόδρομο της Φωκίωνος Νέγρη. Μέσα από το καταϊδρωμένο κράνος, μύριζα έντονα βενζίνη. Έβαλα την μηχανή στο διπλό σταντ και κατέβηκα να δω τι τρέχει. Ο σωλήνας της μετάδοσης βενζίνης είχε σπάσει και η βενζίνη πεταγόταν σε μικρά συντριβανάκια.
Όταν σου τύχει αυτό με την «μπέμπα», δεν μπορείς να κάνεις και πολλά. Η μηχανή ήταν φρεσκοαγορασμένη και είχα το δικαίωμα να καλέσω το mobile servise της BMW δωρεάν. Κλείνω τη μηχανή για να σταματήσει το σύστημα μετάδοσης της βενζίνης. Τα συντριβανάκια σταματάνε. Δεν έχω πολύ χρόνο, σε κάμποση ώρα ξεκινάει το μάθημα στην Σχολή που δίδασκα μαθητές σχέδιο και εικονογράφηση. Παίρνω τηλέφωνο το συνεργείο και με ενημερώνουν ότι σε λίγη ώρα θα είναι εκεί ένας εκπρόσωπος της εταιρίας.
Στρίβω τσιγάρο και κάθομαι στην σέλα της μηχανής. Σε λίγη ώρα εμφανίζεται ο τεχνικός. Ένας ξανθοψαρομάλλης 50ρης ευγενέστατος με την μηχανή του σκάει μύτη. Μέτριο ανάστημα φορώντας όλο τον εξοπλισμό ενός μηχανόβιου. Συστηνόμαστε, του εξηγώ το πρόβλημα και κάθεται να το φτιάξει. Η κουβέντα περιφέρεται γύρω από τις μηχανές, που έχω πάει, τι καινούριο έχει βγάλει η εταιρία κτλ.


Χτυπάει το τηλέφωνό μου. Είναι από την σχολή. Ο τύπος συνεχίζει να επισκευάζει ενώ εγώ μιλάω. Κλείνω το τηλέφωνο. Ο τύπος γυρίζει και με κοιτάει…
Με συγχωρείς…μου λέει, να σε ρωτήσω κάτι;
Παρακαλώ, απαντάω εγω.
Είσαι δάσκαλος σχεδίου;
Ναι.
Θεόσταλτος είσαι… απαντάει.
Εγώ ή εσύ… απαντώ.
Γελάει, «άκου που σου λέω…».
Τον ρωτάω τι τρέχει.
   
Ρε φίλε, έχω ένα παλικάρι 17 χρονών, τελείωσε το σχολείο τώρα και θέλει να πάει Καλών Τεχνών. Είμαι αγχωμένος. Τι δουλειά θα κάνει μετά; Πως θα εργαστεί; Εγώ τρέχω όλη την ημέρα και με το ζόρι τα βγάζουμε πέρα. Τι να κάνω; Έχω πελαγώσει.
         

 Jack Sharp

     
Γνωστό δίλημμα, στη Σχολή είχα συνέχεια γονείς με τους ίδιους προβληματισμούς. Έρχονταν όλοι αγχωμένοι να με ρωτήσουν τι να κάνουν με τα παιδιά τους. Τι να έλεγα; Πώς να πάρεις τέτοιο ρίσκο σε μία χώρα που οι εργοδότες σου λένε ότι φτιάχνεις «καραγκιοζάκια;». Από την άλλη πώς να πεις σε έναν έφηβο να μην κάνει αυτό που είναι η κλίση του. Ο κόσμος έχει γεμίσει πετσοκομένες ψυχές που βολοδέρνουν άσκοπα, μισεροί και κουρασμένοι.
Δεν απάντησα στην αρχή. Τον κοίταξα. Προσπαθούσα να καταλάβω εάν είναι άνθρωπος που ακούει ή που απλά θέλει να «ξεφορτώσει». Στον δεύτερο απαντάς πάντα δεν ξέρω. Με κοίταγε εκεί σταθερά μέσα στα μάτια σαν να περίμενε να του λύσω όλες τις απορίες.
Δεν μου λες… ρώτησα, ο γιος σου είναι καλός;
Ναι, πολύ, σχεδιάζει καταπληκτικά. Έχει κάνει κάποια μαθήματα προετοιμασίας σε σχολή για Καλών Τεχνών. Αλλά δεν εμπιστεύομαι την κρίση μου.

Να σε ρωτήσω… θα αντέξεις αν μια μέρα ο γιος σου σε κατηγορήσει ότι του πετσόκοψες τα φτερά; Θα καταφέρεις να του εξηγήσεις;

Τι ρωτάς τώρα…
Καλά…λέω, θα σε ρωτήσω κάτι άλλο. Πόσα πράγματα μπορείς να κάνεις με την τέχνη σου; Με κοίταζε, δεν καταλάβαινε που το πάω…. «δεν ξέρω…μπορώ να φτιάχνω μηχανές».
Ο γιος σου όμως μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα. Του εξήγησα με τι μπορεί να ασχοληθεί. Εφημερίδες, περιοδικά, ζωγραφική παιδικών δωματίων, εικονογραφήσεις κτλ κτλ. Έδειχνε να παίρνει τα απάνω του.
Σοβαρά…; Δεν το είχα σκεφτεί έτσι.
Έπρεπε να φύγω. Σε λίγη ώρα είχα μάθημα στην σχολή. Η μηχανή είχε φτιαχτεί.
Να σου ζητήσω μια χάρη; με ρώτησε…
Ναι αμέ…
Σε πειράζει να έρθεις από το σπίτι να τον γνωρίσεις και να μου πεις την γνώμη σου;

Σάστισα…τι να έλεγα; Κοίταζα τα γεμάτα γράσα χέρια του γεμάτα κάλους από την εργασία. Δεν ήξερα τι να του πω. Σκέφτηκα το παιδί, τη θέση μου, τι να πεις στο φόβο ενός πατέρα για το μέλλον του παιδιού του;

Θα έρθω, απάντησα. Δώσε μου την διεύθυνση. Ο τύπος μόνο που δεν μου φίλησε το χέρι. Έφυγα.
Πέρασαν κάποιες εβδομάδες. Τον πήρα τηλέφωνο, κλείσαμε ραντεβού με το γιο του σε μία καντίνα στο Κερατσίνι που έμεναν. Πήγαινα συχνά στην καντίνα επειδή ήταν δίπλα στη θάλασσα. Ένα μέρος γεμάτο ψαράδες, κουρασμένα σώματα από την δουλειά. Αλλά μύριζε σαν την Πάτμο, στα λιμάνια, όπου οι ψαράδες άφηναν παλιά τα δίχτυα τους και καθόντουσαν κάτω από τον ήλιο το καλοκαίρι για να τα μπαλώσουν. Μια μυσταγωγία μέσα στην πόλη.
Παράγγειλα καφέ και περίμενα. Σε λίγη ώρα εμφανίστηκε ο Γιώργος. Ένα ξερακιανό παλικάρι, μέτριου αναστήματος με λαμπερά μάτια. Είχε ένα χάρτινο φάκελλο με σχέδια. Γνωριστήκαμε. Ήταν αποφασισμένος να περάσει Καλών Τεχνών. Του εξήγησα τι έγινε. Γέλαγε με το άγχος του πατέρα του αλλά καταλάβαινε. Κάποια στιγμή άνοιξε το ντοσιέ και ήταν μια αποκάλυψη. Χρώματα, σχέδια, ιδέες… όλα μαζί συνέθεταν ένα θεσπέσιο μυαλό. Δεν μίλησα. Περίμενε με ανυπομονησία τι θα πω. Ακούμπησα στην πλάτη της καρέκλας. Είχε ένα ύφος σίγουρο για την τέχνη του.
Τον ρώτησα τι ονειρεύεται, του εξήγησα τι μπορεί να κάνει και τι δυσκολίες έχει ο χώρος. Άκουγε χωρίς να μιλάει. Στο τέλος μου λέει…
Θέλω να έρθεις σπίτι μου να σου δείξω και τα άλλα σχέδια.
Συμφώνησα. Πήραμε την μηχανή και πήγαμε σπίτι τους. Οι γονείς του ήταν εκεί. Η μάνα, με ευχαρίστησε. Απλή γυναίκα, βιοπαλαιστής. Κάθονταν στην κουζίνα. Με κοίταγαν αγωνιώντας με ένα «Λοιπόν;». Δεν είπα τίποτα. Πήγαμε στο δωμάτιο του Γιώργου. Άνοιξε ένα μεγάλο χάρτινο φάκελλο με σχέδια Ελευθέρου Σχεδίου. Ταλεντάρα…απλά. Άψογο μέτρημα, άψογες σκιές, ένα πανδαιμόνιο ισορροπίας και αντίληψης. Εγώ στην ζωή μου δεν είχα κάνει τέτοια σχέδια. Δεν μίλησα πάλι. Οι νέοι έχουν την τάση να υπερηφανεύονται εύκολα και σιγά σιγά καταστρέφονται. Θες να «χαλάσεις» έναν έφηβο; Πες του ότι είναι ο καλύτερος μερικές φορές και τον έχεις πετσοκόψει. Η υπερηφάνεια είναι το φαγητό του εγωισμού, θέλει μικρές απαλές δόσεις, αλλιώς μπουκώνεις και τα χάνεις. Άσε που είναι και ακαλαίσθητος.
Πέρασε η ώρα. Οι γονείς περίμεναν την ετυμηγορία Τι να τους πω; Ότι η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της; Ότι έχουν ένα γιο ταλεντάρα; Αυτή η χώρα είναι γεμάτη με εργοδότες που δεν ξέρουν την ίδια τους την δουλειά. Ποιος θα αξιολογούσε αυτό το παιδί;
Αποφάσισα να κάνω αυτό που νιώθω. Πήγα στην κουζίνα. Οι γονείς σηκώθηκαν όρθιοι λες και πέρναγε ο δήμαρχος του χωριού. Ζήτησα από τον Γιώργο να μείνει στο δωμάτιό του. Κάθισα στην καρέκλα, κάθισαν και αυτοί.
Ακούστε, είπα… ο Γιώργος είναι ικανότατος. Έχει χάρισμα. Αν το πάρει σοβαρά, που το έχει πάρει, θα πετύχει πολλά. Ανακουφίστηκαν. Κοίταζαν ο ένας τον άλλο. Ήταν αρχή καλοκαιριού, όλοι οι συμμαθητές του Γιώργου κανόνιζαν που θα πάνε διακοπές και ο Γιώργος σε ποια σχολή θα ιδρώνει για να σχεδιάζει. Είπαμε και άλλα πολλά. Σηκώθηκα να φύγω, με ευχαριστούσαν από την κουζίνα μέχρι κάτω την μηχανή.
Πέρασε καιρός. Τέλειωσε το καλοκαίρι. Το ξέχασα το θέμα. Μετά από καιρό πήρα τηλέφωνο στο σπίτι τους. Καταχάρηκαν. Ο Γιώργος πέρασε Καλών Τεχνών. Έκανε μια δουλειά σε ένα κατάστημα, μια τοιχογραφία. Οι ιδιοκτήτες ξετρελάθηκαν. Ήρθαν και άλλες δουλειές. Έβγαζε ο μικρός περισσότερα από τον πατέρα του. Τους φαινόταν απίστευτο. Χάρηκα πολύ…
Δεν ρώτησα ποτέ σε ποια καταστήματα σχεδίασε ο Γιώργος. Προτιμώ να μπω σε ένα κατάστημα και να πιω ένα καφέ και ίσως, να κάθομαι κάτω από ένα σχέδιό του.
   
Δημήτρης Καλανδράνης
 
diaprisios.blogspot.com
 

Διαβάστε περισσότερα από τον Διαπρύσιο εδώ.

 

Εκτύπωση